Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

το ερειπωμένο σπίτι...του Παύλου Μελά.

«Απ’ εδώ έφυγε ο Παύλος για τη Μακεδονία στα 1904»
γράφει η μαρμάρινη πλάκα, στην αυλόπορτα ενός μισορειπωμένου ...
νεοκλασικού, στην οδό Τατοΐου 50 στην Κηφισιά. Πρόκειται για το σπίτι που έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Παύλος Μελάς. 
Ο άνθρωπος που με το θάνατο του στις 13/10/1904 στην Μακεδονία, ακριβώς πριν από 111 χρόνια, κινητοποίησε την Αθήνα να ενδιαφερθεί για τους Έλληνες βόρεια της Μελούνας, όπου τότε έφταναν τα σύνορα της χώρας.
Στο μικρό νεοκλασικό των 100 περίπου m2 που σήμερα στέκει εγκαταλελειμμένο και ξεχασμένο από τους νεοέλληνες, ο Παύλος Μελάς έζησε με τη σύζυγο του Ναταλία, αδελφή του επίσης μεγάλου Έλληνα Ίωνα Δραγούμη, και τα δυο παιδιά τους Μιχάλη  και Ζωή  μοναδικές στιγμές οικογενειακής ευτυχίας, που όμως δεν τον απέτρεψαν να πάρει την απόφαση και να ανηφορίσει στα άγνωστα και επικίνδυνα μονοπάτια της Μακεδονίας, από όπου δεν επέστρεψε ποτέ. Η κατοικία χτίστηκε το 1894, έτος γέννησης του γιου του Μιχάλη και θεωρείται τυπικό παράδειγμα κατοικίας στο πνεύμα της αγροτικής αρχιτεκτονικής.
Το 2009 το Δημοτικό Συμβούλιο Κηφισιάς κήρυξε την κατοικία του Παύλου Μελά ως Εθνικό Μνημείο
Το 2012 εγκρίθηκε από την Διεύθυνση Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού, η πλήρης μελέτη αποκατάστασης της οικίας του Παύλου Μελά. Όμως από τότε μέχρι σήμερα οι εργασίες ανακαίνισης έχουν βαλτώσει.
Ο Παύλος Μελάς (1870 – 1904) ήταν αξιωματικός πυροβολικού του ελληνικού στρατού. Ήταν γιος του Μιχαήλ Μελά και γαμπρός του Στέφανου Δραγούμη. Στάθηκε από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού αγώνα και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στην περιοχή της Μακεδονίας.Παντρεμένος με την Ναταλία Δραγούμη με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον στρατιωτικό Μιχάλη Μελά και την χημικό Ζωή Μελά-Ιωαννίδη.
Υπήρξε δραστήριο μέλος της Εθνικής Εταιρείας, μιας μυστικής οργάνωσης, που είχε ως σκοπό την αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος και την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων με κάθε θυσία. Μάχεται στα μέτωπα της Θεσσαλίας, ως διοικητής ουλαμού της 2ης Πεδινής Πυροβολαρχίας.
Στις αρχές του 20ου αιώνα τον απασχολεί έντονα η κατάσταση στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και τον ανησυχεί η δράση των κομιτατζήδων, που επιδιώκουν την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Τον επηρεάζει έντονα ο Μακεδόνας πεθερός του Στέφανος Δραγούμης, ενώ έχει πληροφόρηση από πρώτο χέρι από τον αδελφό της γυναίκας του Ίωνα Δραγούμη, που υπηρετεί ως υποπρόξενος στο Μοναστήρι (σημερινή Μπίτολα ΠΓΔΜ).
Τον Φεβρουάριο του 1904, μαζί με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους λοχαχούς Αλέξανδρο Κοντούλη και Αναστάσιο Παπούλα και τον ανθυπολοχαγό Γεώργιο Κολοκοτρώνη, συμμετέχει σε μυστική αποστολή στη Μακεδονία με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας (Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που τη φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα), κατόπιν εντολής της κυβέρνησης Θεοτόκη. Η ομάδα των τεσσάρων αξιωματικών, συνοδευόμενη από μακεδόνες αγωνιστές, δραστηριοποιήθηκε στη δυτική Μακεδονία, αλλά οι κινήσεις της έγιναν αντιληπτές από τους Τούρκους, οι οποίοι ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση την ανάκλησή τους. Έτσι, ο Μελάς μαζί με τους τρεις άλλους αξιωματικούς επέστρεψαν στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου.
Τον Ιούλιο, ενώ υπηρετούσε στη Σχολή Ευελπίδων, ζήτησε 20ήμερη άδεια και έκανε ένα δεύτερο ταξίδι στη Μακεδονία. Στο πλαστό διαβατήριό του αναγραφόταν το όνομα Πέτρος Δέδες και ως επάγγελμα δήλωνε ζωέμπορος. Μόλις έφθασε στην Κοζάνη συναντήθηκε με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο και αποφασίστηκε η συγκρότηση ενόπλων σωμάτων με τη στρατολόγηση ανδρών από τις γύρω περιοχές και η ανάληψη άμεσης δράσης στη Δυτική Μακεδονία. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου γεμάτος αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα.
Μετά από 15 ημέρες ζήτησε κι έλαβε τετράμηνη άδεια από το στράτευμα για να αναλάβει επίσημα την αρχηγία του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή της Καστοριάς και του Μοναστηρίου, κατόπιν υπόδειξης του Μακεδονικού Κομιτάτου. Λίγο πριν από την αναχώρησή του εξομολογείτο στη γυναίκα του: «...Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, την ευτυχίαν που αφήνω· αισθάνομαι ότι μ’ όλον τον ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήραν μου ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ’ από τινος δεν ηξεύρω τι έπαθα· έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφού έχει την ισχύν να κατασιγάση όλα τ’ αλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονίαν».
Στις 28 Αυγούστου ο Καπετάν Μίκης Ζέζας περνάει τα σύνορα, συνοδευόμενος από αρκετούς Μακεδόνες, Λάκωνες και Κρήτες, και στα μέσα Σεπτεμβρίου στρατοπέδευσε στην περιοχή της Καστοριάς. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 εισήλθε στο χωριό Στάτιστα για να αναπαυτεί αυτός και οι άνδρες του. Όμως, ο Βούλγαρος αρχικομιτατζής Μήτρος Βλάχος, προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Επί τόπου κατέφθασε ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα, αποτελούμενο από 150 άνδρες και στη συμπλοκή που ακολούθησε, ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε σοβαρά στην οσφυϊκή χώρα και μετά από μισή ώρα άφησε την τελευταία του πνοή.
Το κεφάλι του αποκόπηκε από τους συμπολεμιστές του και τάφηκε στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι. Το σώμα του παραδόθηκε από τις οθωμανικές αρχές στον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό (Καραβαγγέλη) και τάφηκε στον βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών στην Καστοριά, όπου αναπαύεται και η κάρα του από το 1950. Στον ίδιο ναό έχει ταφεί και η σύζυγός του Ναταλία, κατ’ επιθυμίαν της.
Ο θάνατος του Παύλου Μελά έγινε γνωστός στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου και συγκλόνισε την κοινή γνώμη.

Η θυσία του σηματοδότησε την ουσιαστική έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, που κορυφώθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου